Προγράμματα κατάρτισης του ΚΕΠΑ
Λιμάνι Αμμοχώστου

Το λιμάνι της Αμμοχώστου βρίσκεται κάτω από τούρκικη κατοχή από το 1974 και με σχετική κανονιστική διοικητική πράξη (ΚΔΠ265 του 1974) η οποία δημοσιεύτηκε στην Ε.Ε.της Δημοκρατίας με αρ. 1139 της 4.10.1974 κηρύχθηκε, για το συμφέρον της Δημοκρατίας, κλειστό λιμάνι για όλα τα πλοία.

Πρόκειται για φυσικό λιμάνι που εξυπηρετούσε το εμπόριο της Κύπρου από αρχαιοτάτων χρόνων και στο οποίο ο άνθρωπος επενέβη για πρώτη φορά στις αρχές του εικοστού αιώνα επί Αγγλοκρατίας με την δημιουργία πέτρινων κρηπιδωμάτων. Η πρώτη αυτή φάση των εργασιών για μετατροπή του λιμανιού της Αμμοχώστου σε σύγχρονο λιμάνι διήρκεσε από το 1898 μέχρι το 1905 έναντι δαπάνης 123.003 λιρών.

Στη συνέχεια τα πέτρινα κρηπιδώματα αυτά επεκτάθηκαν στη διάρκεια της δεύτερης φάσης η οποία διήρκεσε από το 1925μέχρι το 1933 με δαπάνη 161.030 λιρών και έφτασαν τα 550 μ. Για πολλά χρόνια αυτά τα κρηπιδώματα λειτούργησαν μαζί με την ξύλινη αποβάθρα μήκους 100 μέτρων που κατασκευάστηκε το 1921, προσφέροντας αγκυροβόλιο σε 74 ναυτιλιακές γραμμές.

Το έξω λιμάνι (outer harbour), δηλαδή το καινούργιο λιμάνι της Αμμοχώστου κατασκευάστηκε μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας και παραδόθηκε για χρήση το 1966 υπερδιπλασιάζοντας το μήκος των κρηπιδωμάτων, αυξάνοντάς τα στα 1,195 μέτρα.

Το παλιό λιμάνι της Αμμοχώστου (inner harbour) επικοινωνούσε με το καινούργιο λιμάνι της (outer harbour) με είσοδο (τρύπα) που δημιουργήθηκε στα αρχαία τείχη της Αμμοχώστου όταν λόγω των κοινοτικών ταραχών του 1964 ήταν αδύνατη η προσπέλασή του από την παληά πόλη.

Η εισβολή βρήκε το λιμάνι της Αμμοχώστου να περνά μια περίοδο συνωστισμού (port congestion). Πολλές φορές περίμεναν μέχρι και 30-35 πλοία. Σε περιόδους αιχμής για την εκφόρτωση χρησιμοποιούνταν φορτηγίδες αντί της κατευθείαν εκφόρτωσης στα κρηπιδώματα ή πολλές φορές τα πλοία αναγκάζονταν να πλαγιοδετούν το ένα δίπλα στο άλλο (double banking).

Ήταν μάλιστα τόσο φανερά τα προβλήματα συνωστισμού και της ανάγκης επεκτάσεων που η Κυβέρνηση άρχισε να μελετά την πιθανότητα δημιουργίας μιας ειδικής νηοδόχου για τα σιταράδικα καθώς και την ανάπλαση ολόκληρου σχεδόν του χερσαίου χώρου λόγω του ότι οι αποθήκες ήταν όλες παλιές και καθόλου δεν ανταποκρίνονταν στις αυξανόμενες ανάγκες του εμπορίου της τότε εποχής.

Τα αναπτυξιακά έργα του λιμανιού πριν από την εισβολή περιλάμβαναν εκτός από την δημιουργία της νηοδόχου για τα σιτηρά, κατασκευή σιλό καθώς επίσης και σχέδιο κατεδάφισης των παλιών αποθηκών και της δημιουργίας νέων, με μάλιστα σοβαρές σκέψεις σε κάποιο σημείο να δημιουργηθεί χώρος στάθμευσης στην οροφή μιας από τις μεγαλύτερες αποθήκες που θα κτίζονταν.

Η γειτνίαση με το τείχος που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το παλιό λιμάνι (inner harbour) καθώς και η ύπαρξη αρχαίων τάφων στο έξω λιμάνι (outer harbour) είχαν αποτρέψει τα σχέδια για επέκταση των ανοικτών χώρων αποθήκευσης στα δυτικά.
Το πρόβλημα του συνωστισμού (port congestion) έφερε στο προσκήνιο το λεγόμενο Reef Scheme, την ιδέα επέκτασής του στην απέναντι μεριά του λιμανιού, εκεί που βρίσκονταν οι ύφαλοι, εξ ού και η ονομασία του. ΄Ομως ούτε αυτή η σκέψη δεν μπόρεσε να προχωρήσει λόγω των γεγονότων του 1974.

Το λιμάνι της Αμμοχώστου είχε αρχίσει να αναπτύσσει, λόγω του τουρισμού, κάποια επιβατική κίνηση που παραδοσιακά ανέκαθεν χειρίζονταν τα λιμάνια της Λεμεσού και της Λάρνακας. Είχε επίσης αναπτύξει σημαντικά την επιβατική κίνηση αναφορικά με τα κρουαζιερόπλοια λόγω της κοντινής παρουσίας σημαντικών αρχαιολογικών χώρων όπως εκείνων της Σαλαμίνας, του Αποστόλου Βαρνάβα και της ΄Εγκωμης.

Από το 1970 επίσης είχαν αρχίσει να ξεφορτώνονται στο λιμάνι της Αμμοχώστου και εμπορευματοκιβώτια, δυσκολεύοντας έτσι τα πράγματα μιά και το λιμάνι δεν ήταν για αυτό το σκοπό

Η εσωτερική λεκάνη του λιμανιου ( inner harbour ) δεχόταν πλοία μήκους μέχρι 131 μέτρα και βυθίσματος όχι μεγαλύτερου των 6.7 μέτρων τα οποία στάθμευαν κατά μήκος της κύριας προκυμαίας. Η εξωτερική λεκάνη του λιμανιού (outer harbour) δεχόταν πλοία μήκους μέχρι 192 μέτρα και βυθίσματος 9.1 μέτρα.

Το λιμάνι ήταν εξοπλισμένο με 10 κινητούς γερανούς που βρίσκονταν στους μώλους και εξυπηρετούσαν 127,000 τόνους φορτίου κάθε μήνα και πλωτό γερανό των 60 τόνων που χειριζόταν τα εμπορευματοκιβώτια.

Το λιμάνι διέθετε 3 ρυμουλκά (500, 650 και 1320 h.p.) τον Οθέλλο, την Δεισδαιμόνα και τον Ονήσιλο καθώς και δύο πιλοτίνες, την Σαλαμίνα και τον Ευαγόρα, ονόματα φανερά επηρεασμένα από την ιστορία της Αμμοχώστου και το τείχος της που οριοθετούσε το λιμάνι της.

Το Κυβερνητικό Τμήμα Λιμένων (ο πρόδρομος της Αρχής Λιμένων) στεγαζόταν έξω από το χώρο του λιμανιού. Το προσωπικό του λιμανιού της Αμμοχώστου αποτελείτο από 47 Ελληνοκύπριους, 16 Τουρκοκύπριους και 1 Αρμένη.

΄Οταν καταλήφθηκε η Αμμόχωστος από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1974, το λιμάνι της χειριζόταν το μεγαλύτερο ποσοστό του θαλάσσιου εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου με εξαίρεση τα σταφύλια και τον αμίαντο που εξακολουθούσαν να φεύγουν από τη Λεμεσό.

Το λιμάνι της Αμμοχώστου ήταν το επίνειο της πρωτεύουσας Λευκωσίας και ο βασικός πνεύμονας της οικονομίας της χώρας.

Σήμερα το λιμάνι εξακολουθεί να βρίσκεται στην «κλειστή» από τα κατοχικά στρατεύματα περιοχή και πολύ λίγα ξέρουμε για την τύχη του. Χρησιμοποιείται από το κατοχικό καθεστώς τόσο για φορτώσεις όσο και από οχηματαταγωγά και σταθμεύουν τουρκικά πολεμικά πλοία.